Πολυφωνικό Τραγούδι
Register

Πολυφωνικό Τραγούδι

«Στην ελληνική δημοτική μουσική οι μελωδίες των ασμάτων χτίζονται πάνω σε τροπικές μουσικές κλίμακες, με ή χωρίς ημιτόνια. Το πολυφωνικό τραγούδι λειτουργεί μελωδικά με ανημίτονες σχέσεις, συνεπώς οι κλίμακες είναι ανημίτονες, στην πλειοψηφία πεντατονικές, κάπου και προπεντατονικές» (Λώλης 2006). P1018093

Στα διάφορα είδη πολυφωνικών τραγουδιών  κυριαρχούν, άλλοτε οι τρίφθογγες και τετράφθογγες κλίμακες όπως συμβαίνει στα ομοφωνικά, στα δίφωνα και στα πολυφωνικά τραγούδια χωρίς ισοκράτημα, άλλοτε με ολοκληρωμένες μορφές της πεντατονικής κλίμακας όπως συμβαίνει στα τρίφωνα και τετράφωνα. Οι σχέσεις της τονικής βάσης με τις άλλες βαθμίδες της κλίμακας μπορεί να είναι διαφορετικές, έτσι οι άλλες βαθμίδες είτε βρίσκονται πάνω, είτε ισορροπούν πάνω και κάτω αυτής, είτε αναπτύσσονται κάτω της τονικής βάσης σε μια περιοχή όμως, συνήθως, χρησιμοποιείται στις ερμηνείες ο ίδιος τρόπος διάταξης των διαστημάτων. Ο Λώλης συμπεραίνει πως «η πεντατονική κλίμακα», κι εδώ η πεντατονική κλίμακα εννοείται στο σύνολο των φωνών και όχι σε κάθε φωνή ξεχωριστά που οι εξελίξεις γίνονται με προπεντατονικές διατάξεις, «έρχεται από το μακρινό παρελθόν και πρυτανεύει σε πολλούς μουσικούς πολιτισμούς της Ασίας, της Αμερικής και Αφρικής. Στην Ευρώπη ξεχωρίζει στη μουσική παράδοση των Βαλκανίων. Στην Ήπειρο, η πεντατονική κλίμακα συνυπάρχει με τους δρόμους ουσάκ, νιαβέντ, χιτζάζ και άλλες γνωστές τροπικές μουσικές κλίμακες στης ανατολική Μεσόγειο και δώθε. Στο πολυφωνικό τραγούδι όμως, συμπληρώνει ο ίδιος  «κανένας άλλος τρόπος δεν μπόρεσε να αντικαταστήσει ή να διαταράξει το ύφος της αρχαίας πεντατονίας». Σχετικά με το μελωδικό ύφος των πολυφωνικών τραγουδιών οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως οι μελωδικές φράσεις είναι σύντομες, περισσότερο ρητορικές, οι μελωδικές κινήσεις είναι πιο πολύ συλλαβικές, ενώ εκφράζονται καλύτερα από φωνές μεσαίες παρά χαμηλές ή ψηλές. Η απόδοσή τους στο πεντάγραμμο είναι μια επίπονη, αν όχι ακατόρθωτη διαδικασία, εξαιτίας της αυθόρμητης έκφρασης της ερμηνείας, της συναισθηματικής φόρτισης και διάθεσης του τραγουδιστή. Η παραπάνω διαδικασία γίνεται πιο δύσκολη λόγω του μεγάλου εκφραστικού εύρους των πολυφωνικών τραγουδιών. Ο Λώλης διακρίνει  πως οι αρμονικές συνηχήσεις συνδέονται άμεσα με τον τροπικό χαρακτήρα των μελωδιών και ξεχωρίζει στο τρίφωνο και στο τετράφωνο πολυφωνικό τραγούδι συνηχήσεις κατά την εξέλιξη του παρσίματος, και συνηχήσεις στο τέλος του παρσίματος – πτώσεις,  και καταλήγει πως τρίφωνες ή τετράφωνες, σύμφωνες και διάφωνες, πτωτικές ή κατά την πολυφωνική εξέλιξη παρουσιάζουν ποικιλία και αποτελούν γνήσια έκφραση στο σύνολο της ελληνικής μουσικής παράδοσης.

Η πολυφωνία αναπτύσσεται, σύμφωνα με τον Λώλη, μέσα από άγραφους μουσικούς κανόνες που έχουν καθιερωθεί στη συλλογική συνείδηση των τραγουδιστών στο πέρασμα των χρόνων, ενώ η παραδοσιακή τεχνική του πολυφωνικού τραγουδιού χαρακτηρίζεται από τρία βασικά σημεία:

Α) Οι πολυφωνικές γραμμές σχηματίζονται και κινούνται ελεύθερα, η πολυφωνική εξέλιξη βασίζεται ιστορικά στον αυτοσχεδιασμό που δε δημιουργεί παραφωνίες, ρυθμική σύγχυση και αρμονική αστάθεια.

Β) Κάθε μελωδική γραμμή έχει σχηματίσει την πατροπαράδοτη δομή της που επαναλαμβάνεται στο χώρο και στο χρόνο, από τραγούδι σε τραγούδι, από ομάδα σε ομάδα, από γενιά σε γενιά.

Γ) Ώθηση στην πολυφωνική ροή δίνουν, εκτός των άλλων, τα καγγελίσματα του γυριστή και η ετεροφωνική κίνηση του ρίχτη (Λώλης 2006). 

Κατά την απόδοση του πολυφωνικού τραγουδιού και τη δημιουργία της πολυφωνικής συνήχησης αναπτύσσονται μελωδικές σχέσεις μεταξύ των τραγουδιστών παρτή, γυριστή, ρίχτη και ισοκρατών, που γίνονται διακριτές και διέπονται από τους προαναφερθέντες κανόνες και όχι μόνο. Η απόδοση των τραγουδιών αυτών, αναφέρει ο Λιάβας, γίνεται από ομάδα τραγουδιστών που πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον 4 άτομα. Ο συνηθέστερος αριθμός είναι 5, αλλά μπορεί να φτάνει και 6, 7 ή ακόμα και 10 τραγουδιστές (κατά άλλους έως δώδεκα) - ανάλογα με τους ισοκράτες (ώστε να “γεμίζει το τραγούδι και να πάει βρονταριά!”), ενώ η σύσταση των σχημάτων είναι είτε αμιγώς ανδρική, είτε γυναικεία, είτε μικτή. Ο κορυφαίος της ομάδας τραγουδάει την κυρίως μελωδία, δηλαδή αρχίζει, “παίρνει” το τραγούδι, γι’ αυτό ονομάζεται παρτής ή πάρτης ή σηκωτής. Του απαντάει ο δεύτερος που “γυρίζει”
P1018135ή “τσακίζει” το τραγούδι, γι’ αυτό και λέγεται γυριστής, ενώ οι υπόλοιποι, οι ισοκράτες, κρατούν το “ίσο”, δηλαδή τον φθόγγο της τονικής του μελωδίας. Στην ομάδα αυτή μπορεί να προστεθεί (επιπλέον ή σε αντικατάσταση του γυριστή) κι ένας ακόμη τραγουδιστής, ο κλώστης, που κάνει ιδιόμορφους λαρυγγισμούς με ψεύτικη φωνή (“φαλτσέτο”, όπως στα τυρολέζικα γιόντλερ Περιστέρης, Λιάβας), “κλώθοντας” το τραγούδι ανάμεσα στην τονική και την υποτονική της μελωδίας. Μια τεχνική που θυμίζει την κίνηση του χεριού που κρατάει τ’ αδράχτι όταν κλώθει το νήμα. Το χέρι όχι μόνο βάζει τ’ αδράχτι σε περιστροφική κίνηση (κλωθογυρίζει) αλλά το ανεβοκατεβάζει κιόλας κάθε διαφωνία (διάστημα 2ας), που είναι το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της πολυφωνικής φόρμας και της δίνει ένα ιδιόμορφο άκουσμα, Λιάβας (1998). Οι συνηθέστεροι τρόποι δομικής μορφολογίας στην πολυφωνία της Ηπείρου είναι τρεις, όπως αναφέρει η Κανελλάτου και αναλύει: 

Ο πρώτος τρόπος, στην κατηγορία της τριφωνίας, σε ένα πλήρως ανεπτυγμένο μελωδικό μοτίβο αναπτύσσεται ως εξής: Ξεκινάει ο παρτής, στη συνέχεια μπαίνει ο γυριστής, μετά οι ισοκράτες και σε κάποια σημεία της μουσικής πλοκής ενδέχεται να συμμετάσχει και ο κλώστης. Ο κλώστης δεν είναι απαραίτητο να εμφανίζεται καθ' όλη τη διάρκεια του τραγουδήματος.

Κατά το δεύτερο τρόπο στην κατηγορία της τετραφωνίας ξεκινάει ο παρτής αλλά σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή τον διακόπτει και παρεμβάλλεται ο ρίχτης. Μετά το ρίξιμο μπαίνουν παρτής, γυριστής και ισοκράτες, ενώ δύναται να συμμετέχει και κατά περιόδους ο κλώστης.

Στον τρίτο τρόπο στην κατηγορία της πενταφωνίας πρώτος ξεκινάει ο προλογιστής με τη μουσική απαγγελία του στίχου που θα αναπτυχθεί μελωδικά από τον παρτή. Ακολουθεί ο ρίχτης και έπειτα έπονται οι υπόλοιποι φωνητικοί ρόλοι, όπως έχουν ήδη προαναφερθεί.

Είναι εμφανές συνεχίζει η συγγραφέας ότι οι μελωδικές γραμμές όλων των ρόλων δομούνται με βάση τη μελωδική γραμμή που ακολουθεί ο παρτής και αναπτύσσονται αλληλοεξαρτώμενες από αυτή. Το στοιχείο αυτό αποδεικνύει ότι η πολυφωνική αρμονία στην Ήπειρο δομείται "κάθετα". Κοινώς, πάνω στην ανάπτυξη της βασικής μελωδίας από τον παρτή δομείται η μουσική πλοκή των υπόλοιπων φωνητικών ρόλων (Κανελλάτου 2010). Ο συσχετισμός είναι φανερός. Τόσο ο γυριστής, όσο και ο κλώστης κόβουν απότομα το τραγούδι στην υποτονική της μελωδίας, δημιουργώντας έτσι με τον τελευταίο φθόγγο του πάρτη μιαν έντονη.

 

Φωτογραφίες

Βίντεο

Logo Polysong 1

sitemap polysong

Ενημέρωση! Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies και παρόμοιες τεχνολογίες.

Πρέπει να αποδεχτείτε τους όρους χρήσης και λειτουργίας για να προχωρήσετε. Όροι και προϋποθέσεις

Αποδέχομαι